
Tι πρέπει να γνωρίζετε για τον στρεπτόκοκκο
Από τις φαρρυγγοαμυγδαλίτιδες που οφείλονται σε μικρόβια κυρίαρχο παθογόνο είναι ο β-αιμολυτικός στρεπτόκοκκος ομάδας Α, ενώ σπανιότερα οι β-αιμολυτικοί στρεπτόκοκκοι ομάδας C ή G. Η μεγαλύτερη συχνότητα της φαρυγγοαμυγδαλίτιδας από β-αιμολυτικό στρεπτόκοκκο ομάδας Α παρατηρείται στις ηλικίες 3 - 10 ετών.
Ο λόγος που είναι τόσο σημαντικό να γίνει διάκριση μεταξύ του στρεπτόκοκκου και του απλού πονόλαιμου είναι, σύμφωνα με το onmed.gr, ότι ο στρεπτόκοκκος προκαλείται από βακτηριακή λοίμωξη (στρεπτόκοκκου ομάδας Α) και ο απλός πονόλαιμος συνήθως προκαλείται από έναν ιό.
Η αντιβιοτική θεραπεία μπορεί να ελαττώσει τα συμπτώματα και τη διάρκεια της ασθένειας μόνο αν τα βακτήρια είναι η αιτία του πόνου. Χωρίς αντιβιοτικά, μια μόλυνση στρεπτόκοκκου μπορεί να οδηγήσει σε επιπλοκές που επηρεάζουν την καρδιά ή άλλα όργανα.
Αν το παιδί σας έχει πονόλαιμο μαζί με πρησμένους λεμφαδένες, υψηλό πυρετό (πάνω από 38,3°C) σε μεγαλύτερα παιδιά, ή πυρετό που διαρκεί περισσότερο από 48 ώρες καθώς και προβλήματα στην αναπνοή ή στην κατάποση, θα πρέπει να ζητήσετε ιατρική διάγνωση.
Στην εργαστηριακή διάγνωση της νόσου από στρεπτόκοκκο χρησιμεύουν:
- το strep-test: είναι ένα τεστ ανοσοχρωματογραφίας με το οποίο ανιχνεύετε το αντιγόνο του β-αιμολυτικού στρεπτόκοκκου ομάδας Α σε φαρυγγοαμυγδαλικό επίχρισμα. Η απάντηση δίνεται σε 10 λεπτά.
- η καλλιέργεια φαρυγγικοαμυγδαλικού επιχρίσματος, η οποία είναι απαραίτητη όχι μόνο για την επιβεβαίωση του παθογόνου μικροβίου αλλά και για τον έλεγχο της ευαισθησίας του.
- οι ορολογικές εξετάσεις: 1. ο προσδιορισμός του τίτλου της αντι-Ο-στρεπτολυσίνης (ASTO). Είναι μια εξέταση που μπορεί να δώσει υψηλούς τίτλους και σε άλλα νοσήματα 2. ο προσδιορισμός του τίτλου της αντιDNάσης-Β (antiDNASE-β). Είναι μια εξέταση πιο ειδική για τον β-αιμολυτικού στρεπτόκοκκου ομάδας Α.
Η χορήγηση του αντιβιοτικού πολύ γρήγορα ελαττώνει τον αριθμό των στρεπτοκόκκωv στο φάρυγγα και έτσι τα παιδιά, εφ’ όσον βελτιωθούν και κλινικά, μπορούν να επιστρέψουv στη σχολική τάξη 24 ώρες μετά την έναρξη της θεραπείας.
Δεν χρειάζεται να επαναληφθεί η καλλιέργεια φαρυγγικού μετά το τέλος της θεραπείας, παρά μόνον στην περίπτωση που συμβεί υποτροπή των συμπτωμάτων ή σε άτομο με αυξημένο κίνδυνο για ρευματικό πυρετό.
Δεν ενδείκνυται καμία παρέμβαση διαγνωστική ή θεραπευτική, σ’ αυτούς που ήρθαν σε επαφή με πάσχοντα, εφ’ όσον είναι ασυμπτωματικοί.